Σπίθα

Από την μιά μοσκοβολούσε 
το φλισκούνι
κι από την άλλη,
ο ανθός του
άπλωνε τα χέρια
και μπάλωνε τις ραγισιές
μ' άσπρο αντίλαλο,
Θεού.
Η γλώσσα μου άγουρη ήταν ως χθες,
κι οι κάλυκές μου
εθιζόντουσαν στ' αλάτι.
Όμως
στα δάκρυα,
πατρίδα είχα βρει
και χώμα μαλακό να ριζωθώ
και κυπαρίσσια
μνήμης γυμνόσπερμης.
Βλέπεις,
η βασκανεία
μπόι γυρεύει για ν' αναπαυτεί.
Ως και τις μάντρες ασβεστόκαιγα
με τρέμολα
φύσα και ρούφα
στης φυσαρμόνικας
τις απαράλλαχτες ανάσες.
Ώσπου άναψα,
Στης τσακμακόπετρας
τον παράφορα ξερό φθόγγο, 
μίλια και μίλια ακτογραμμής
από λυπητερά στιχάκια.
Η σπίθα
να αυγώνει
να καίει
να σιάχνεται
μες σε ποπλίνα ακολλάριστη
γυναίκα άσωτη να γίνεται
Να τηνε ερωτεύεσαι

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s