Το κάλεσμα

Το κάλεσμα 
__________________________________
Κάθε στεκάμενη σταγόνα
είναι μια αμβλωμένη ευχή
που λιχνίζεται 
πάνω από μια ολόσωμη κόλαση 
κρατώντας ακίνητη 
μοναχα την οδύνη της

Κάποτε 

δυό άγγελοι 
πρώην βλάσφημοι
φτηνοί θαυματοποιοί 
μιας Αλβιώνας νεαρής
-που γέρασε απ όταν κάκιωσε- 

την σπείρανε 
στη μητρα του άδικου

μα λίγο πριν σποριάσει 
φροντίσανε να εκτρωθεί

Έκτοτε 

η ευχή ακούει σε όνομα διαβολικό

Κείνη καλεί
κι εκείνη αποκρίνεται

Ντάμιεν 

Ν τ ά μ ι ε ν 

Ν  τ  ά  μ  ι  ε  ν

Δε κρίνεται
Μα ούτε συγχωριέται

ΞΈΡΕΙ 

Απέναντι σε μια ευχή
Η τιμιότητα της κόλασης είναι εγγενής 
________________________________________

Μωβ

Μωβ


Θέλω να κλάψω
και ναναι σούρουπο στον ισημερινό
μα δεν θυμάμαι

πως συνεννογιόμασταν

στα ντόπια χαβαγιανά
ούτε ανακαλώ
εκείνο το μωβ

της πολυνησιακής χρώσης
από τις λαμπερές βραδιές
γύρω από τις φωτιές
παρέα με τους Μαορί
αυτή την σκέδαση
του κυανού με το κόκκινο
στην προχειροραμμένη φτερούγα
με μωβ μουλινέ αιγυπτιακής δύσης
ενός παραδείσιου πουλιού
ούτε θυμάμαι
τι χρώμα είχε το εκλεκτό βαμβάκι
που υφαίναμε το κοινό μας σώμα
την ίδια ώρα που εκχυμώναμε
τους πόρους μας
κάτω από την φοντάνα

του δικού μας τρίδρομου*
αλλάζαμε
αδιάλειπτα
από ντόλτσε
σε αμάρο
σε γκουστόζα
και πίσω πάλι
λες κι αν θα φράζαμε
το δρόμο στις γεροντικές κηλίδες
δε θα μας σημαδεύανε αργότερα
μαρκαρισμένους τρόφιμους
σε τέλος προελαύνον


φοντάνα του δικού μας τρίδρομου*

(φοντάνα ντι τρέβι)


Η Προφητεία

Ο Αστεροειδής και η Ακρόπολη
Η Προφητεία
________________________________________
(κανένα μεθύσι πάνω σε ερείπια 
δε πήγε στράφι)
________________________________________
Ώσπου τα τέσσερα κεριά
πήραν τη θέση των χεριών μας
αν έσβηναν
θα φταιγαν οι φρενιασμένες μας ανάσες
που μαίνονταν
-είχαμε μόλις κόψει τον χαλινό τους-

δηλώσαμε τη λύπη μας 
με μια καθ΄ όλα κόσμια χειραψία

από τις χούφτες μας γλιστρούσε ήδη
η καλλίγραμμη ζωή μας
δίχως ωστόσο να βαθαίνει
μόνο άφηνε στ αχνάρι της 
τ΄ ολόγραμμα μιας ακρόπολης
με ράχη από καύκαλο χελώνας
και ρίζες-ποδάρια
πληγιασμένα 
απ τα κυνόροδα του Ιούνη

Πώς μένει άραγε όρθια
Ποιος προσυπόγραψε τη στατική της

παρασυρθήκαμε
ίσαμε τη μέση του διλήμματος
υποθερμικοί
φυσούσε ένα λιγοθυμικό προαίσθημα 
για το μελλούμενο

ίσα που προλαβαίναμε να αποκοιταχτούμε

ο Αστεροειδής που μας υιοθέτησε 
σε λίγο θα χτυπούσε την Ακρόπολη

θ΄ άνοιγε στη μασχάλη της έναν φαραωνικό τάφο
κι όσα ζαλίζονταν από σκοτούρα
θ΄ αυτοκτονούσανε εντός του
θραύσματα από κτερίσματα
ή χρέπια από φανέλα-γούρι 
μιας γέννας δύσκολης
ή το πυρηνικό χιόνι του άλλου χειμώνα
 
οι ρίζες τους είχανε από χρόνια γίνει 
μετεγκαυματικές ουλές
απ’ το ζεματιστό λάδι 
των εφηβικών τους σπασμών
δεν θα φτουρούσανε
και θειάφι-αλίμονο-δεν έβρεχε
ούτε στην ώρα την κακιά
μόνο τα φίδια
με το δέρμα απ το βαρύ ριγέ βελούδο 
θα γλιτώνανε
προειδοποιημένα για την διαβαθμισμένη απειλή

η πρόσκρουση

ο σπινθήρας

οι χηλοειδείς γκρεμνοί

οι αργυρώνητοι νεκροί
που μακιγιάρονταν στο ροζ της αγριοτριανταφυλλιάς 
και ασυχώρετοι θα έμεναν

τα νεόγναθα πουλιά
που τρόχιζαν το θάνατο
το ένα στ άλλο

τα τρωκτικά που ξεκαρδίζονταν 
με το παγκόσμιο χωρατό
-ένα δαρβινικό κουτσομπολιό 
τους είχε τάξει επικράτηση-

κατάρα και βλογιά

κατάρα και βλογιά
κι εμείς δολώματα σε φάκες

αντικρυστά στα ψυχοχάρτια μας
κολοβωμένοι 
απ το λαιμό και κάτω
θα χαιρετιόμαστε
μ ανάσες μόλις ενός κόμβου
ντυμένοι το κοστούμι 
με το στωικό μαύρο χρώμα
τον αριθμό δελτίου στην κονκάρδα δεξιά
και την ποσέτ λευκού σατέν
στ΄ αριστερά
τεκμήριο της παρθενιάς που ράψαμε 
στο πέτο
στο μανίκι
στη μανσέτα
μαζί με δυό κεφάλια απ τη Χιό λευκά γαρύφαλλα
και άλλα έλκη 
-συνώνυμα του χρόνου -
στη θέση των κουμπιών

κατάρα και βλογιά

κατάρα και βλογιά και φτυάρια

ναι

φτυάρια συμβατικά
που δήθεν βηματίζοντας
μέσα από τα μπατζάκια μας
θα ξελακκίζουνε
τη τελευταία κράση απ τη δυσθρεπτική μας γη

κατάρα και βλογιά
και στίχοι πρόποση

και ρίζες
και ποδάρια αργόσυρτα
οιδηματικά
φρένα συριστικά
επιθανάτια
κουπιά
κόμπο-δεμένα σε τεφροδόχους βάρκες

μισά θα κουβαλούνε τη συγνώμη στη σφαγή
τ άλλα μισά στο δάσος των σημύδων

κι ως το επόμενο μεθύσι
θα χουνε βρει τα μαλλιαρόκωλά* τους

_______________________________________
*ηύρε τα μαλλιαρόκωλα =βρήκε τον δάσκαλό του*
_______________________________________

Ίσως

Ώσπου 
Η γαλήνη μας διχοτομήθηκε 
Η μία αρόδου 
Κι η άλλη στην ακρόπολη 
Έτσι ξεσταυλισμένες 
Ίσως αντάμωναν σκεφτήκαμε 

Βράχνιασα

ΒΡΑΧΝΙΑΣΑ
{πλειοδοσία για μια γοργόνα}
­­­­­­­­­­­­­­­­­­___________________
Ανάθεμά με
ξέχασα
πως μάγια υπάρχουνε
και πως γερνούνε
χωνεμένα
βαθιά
μέσα στους ξενιστές τους

ό,τι σε κέρασα
το ήπια πρώτη
λίγο πριν τον εξόδιο περίπατό μου

έφτιαξα βάλσαμα
με καταπραϋντικούς ανθρώπινους ήχους
λεμόνι
και τριπτοφάνη
κι ύστερα
μελοποίησα το όνομά μου

για κείνο μόνο το τραγούδι
μέ λεγαν
Υακίνθη

μοσχοβολούσα

σταυροκοπιόμουνα
και χόρευα
στις άκριες της κατάρας
που είχα για ουρά

της κεφαλής μου τα ενώτια*
κουνιόσαντε
και γνέφανε

‘ εδώ εδώ ‘

μ ΄ ανάθεμα ξανά

σε κάθε μου στροφή
αναδύονταν
άγνωστοι ναύτες
αφανείς
κήρυκες
διαλαλούσανε
πως σύντομα
θα δημοπρατούσα την ουρά μου
ποδάρια λέει θα γεννιόσαντε
ανοξείδωτα
σαν μια παραλλαγή από το παραμύθι
με το αλαζονικό
‘και μεις καλύτερα ‘
και το πικρό αδημοσίευτο τέλος
που μέ θελε αμακιγιάριστη
να αναπαύομαι
αφρός
γύρω απ τον βράχο μου

όλα τα αδιάβαστα ποιήματα
του περασμένου αιώνα
κι όσα επόμενα
καταραμένα
είναι γραφτό
να γίνετε πολτός χαρτιού

ΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΣΘΕ

σας γαργαλώ

σας προκαλώ

πώς γίνεται να απαγγέλω
και τρίχα σας
να μην σηκώνεται

το μόνο που ακούγεται
είναι το πνιχτό χάχανο του βράχου

όπως τότε
που ειχαμε φωλέψει
την τελευταία μας νύχτα
τη νύχτα της αγρυπνίας
ρίχνοντας σταυρούς για άγκυρες
στο δρομολόγιο
Κερασούντα Οδησσός

και τότε γέλαγες

κρεμούσα απ τις σκαλιέρες
ναύλους ακυρωμένους
κι έντυνα τα ποδάρια μου
τερλίκια στίχους

στίχους

στίχους

και δυό
και τρείς

και δεκατρείς
θανάτους
αναφιλητούς

και οι χορδές μου
τεντωμένες
σκάβανε το λαρύγγι μου
ώσπου τα έξι φωνήεντα
υποταγμένα
να συναινέσουνε
στο έβδομο

είναι οδυνηρό
να μην θροείς
έστω
στη γκόσπελ διασκευή
από το κλάμα μου

εγΩ
είμαι το έβδομο

εγΩ
το ξιπασμένο Ω

χθες
κάπνισα πάλι ξόρκια

πλειοδότησα
για την ουρά μου

ανάθεμα ξανά

τούτο το μαδριγάλι
δε θα με σώσει

βράχνιασα


*ενώτια (σκουλαρίκα σημαδεμένου ζώου για σφαγή)


7.15 π.μ.

🖤
7.15
Η κρύα συνήθεια της πόλης
Το πρωινό φύλλο
Θα το βολέψει
Στα κοινωνικά
Ανάμεσα σε κείνους και σε κείνους
Και στη σκόνη απ τα σκαρπίνια τους
🖤