7.15 π.μ.

🖤
7.15
Η κρύα συνήθεια της πόλης
Το πρωινό φύλλο
Θα το βολέψει
Στα κοινωνικά
Ανάμεσα σε κείνους και σε κείνους
Και στη σκόνη απ τα σκαρπίνια τους
🖤


Τίνος είναι το κίτρινο

ΤΙΝΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΙΤΡΙΝΟ


Έβρεχε
κίτρινη βροχή
βυζαντινή

στις φουσκωμένες εκβολές
ξεβράζονταν οι νεκροί
που είχανε υπογράψει
την δεύτερη ευκαιρία

τα κουφάρια τους
σταυροκοπιόντουσαν

(χωρίς να προβλέπεται)

η γη μαλάκωνε ευπρεπώς

στο έμπα της πολιτείας του ήλιου
ο ξαπλωμένος οιωνός
έγραφε :

-οι ζωντανοί με τους ζωντανούς –

μα κάτω από τη ρεκλάμα
η γη πνιγότανε από κρίμα ακατάσχετο
και ξαπλωμένα λουλούδια

τα χρειώδη βούλιαζαν
αμόλαγε καπνιά ο ουρανός
ξερνούσε
σαν αποριζωμένα δόντια
ως και τους καμπαράδες
απ τους άδειους θρόνους μας

ένας πρωτοφανής εμφύλιος
σπέρνονταν
ανάμεσα στη λεγεώνα των ζωντανών
και δικούς μας ίσκιους

τους δις ή ίσως τρις αποθαμένους

σφιχτοτυλίγαμε
με φαγωμένο κρόσσι
τη λόγχη
στη κορυφή των ίσκιων
τρυπούσαμε έτσι
τα ανεπούλωτα πλευρά της γης

μα αντί χολής
πήδαγε αίμα βρόχινο

κ ί τ ρ ι ν ο

δυσανάλογα ευεπίφορο να ξεγελάει τη ζωή

μόνο η τσιγγάνα το χε διαβάσει
όταν παρίστανε τη μουσκεμένη κόρα
στο αγιοπότηρο
και σιγανομουρμούριζε

θα γλιτωθείτε στα στερνά

θα βουτηχτείτε
αγκαζέ
μέσα στο παιδικό σας
καλειδοσκόπιο

θα στολιστείτε
τα άσπρα λινά της κυριακής
που είχατε φυλάξει
κάτω από φώσφορο και τέφρα
στον τελευταίο σας θάνατο

Το μακροβούτι ήτανε έμμετρο

Ευτυχώς

Όμως η τσιγγάνα
με τις κοραλλί κοτσίδες

ήτανε άσαρκη
ξεμάτιαζε
με λάδι περσινό

άλλοτε το τέλος

κι άλλοτε
τη βαθιά ειρήνη
ακόμα μιάς ζωής

Τίνος

Να ναι το κίτρινο

Κι είναι

Δ α ι μ ο ν ι σ μ έ ν ο

Τόσο


Πρόφαση

Το παρελθόν καίει την πρόφαση
ή ανάποδα
κι αν μπεις στον κόπο
πες μου
γιατί παράχθηκε σκοτάδι


(το μονοπάτι της αρβανιτιάς)

Ναύπλιο

ΓΛΑΡΟΣ ΔΙΑΣΩΣΤΗΣ

Όταν αποφάσισα ν ακολουθήσω 
την επιδεικτική κατάδυση 
ενός φίλου γλάρου
ευθύνονταν
η απουσία οράματος 
και ταξιδιωτικού προορισμού

Λίγο το λίγο
μ'  ανάσες ρηχές
κρατούσα το ίσο
στον ρυθμό 
που επιβάλλανε τα μάτια του

 -μα τι μειλίχιος ο ειρμός 
σε τούτα τα πετράδια –

μάτια επώδυνα ξερά
δίχως τα βλέφαρα
πλημμυρισμένα
με κωνία 
που αντιδρούσανε στο κόκκινο

η απόχρεμψη της νοσούσας επιθυμίας μου 
επέπλεε στον αφρό

κόπιαρα
την ίδια προκλητική απόχρωση

-σχεδόν φαλλοκρατική –

 Κ Ο Κ Κ Ι Ν Η

μοσχοβολούσα ήδη
βράγχια φρέσκα
ένα γνήσιο θήραμα
σε έξαρση επιθανάτιων ορμονών
που λίγο νοιαζόμουνα
για το καλό ή το κακό μου ανάραχο*

 -θα διαλευκανθεί (με διαβεβαίωνα) 
μετά τη διάσωσή μου-

Φωνάζω του και προκαλώ τον

Γ υ α λ ί ζ ω

Δες

Κρέμομαι
από τ΄ αβύζαχτα κεντριά σου

Είμαι κοντά
Τόσο κοντά
στο επί-πλέον θαύμα μου

Σιτίσου πάνω μου

Έχετε όρεξη ασυχώρετη
Σεις
Οι σωτήρες

Πάντα αγαπούσατε 
τους στραφτερούς 
κόκκινους σπίλους μου
____________________________________________
*ανάραχο (ριζικό)

Το νησί που σιγά σιγά ανετελλε

ΤΟ ΝΗΣΙ ΠΟΥ ΣΙΓΑ ΣΙΓΑ ΑΝΕΤΕΛΛΕ
___________________________________________
Σου γράφω 

Το νησί 
άργησε και φέτος να φανεί 
το καλοκαίρι 
αγαπιέται πιότερο προτού να ξεκινήσει

Οι συμφορές του 
μικρές κι αθώες 
όσο και τα διαπόρια του
τα πετρωμένα μου γόνατα 
τα σφιχταγκαλιασμένα 
από τα πέρσι
τα ακύλιστα 
όπως κι οι ώρες 
που τωρα γράφω σου

πόσο με συγκινείς 
με το τυραγνικό σου έλεος 

λίγο πριν τον προσφυγικό διάπλου μου
σαλιώνεις γύρω μου 
τα δάχτυλά σου
με δένεις 
στην άκρη μιας φωσφορίζουσας κλωστής

νομίζω σκιάζομαι
σαν με γλιστράς 
μες από το στενό σου μάτι

βελόνα είσαι 
οπλισμένη πια 
με εμένα 

-ουτοπική –

εν αγνοία σου

κοίτα 
μας γνέφουνε 
οι κοφτεροί κρημνοί 
στων βράχων τα πατήματα 
να τους συρράψουμε
ν ανοίξουμε στη ράχη τους 
με χαλαρό φεστόνι* 
και την πορτοκαλί φανταχτερή κλωστή 
μάτια πλωτά
να βλέπουν ευκρινώς 
τα ύφαλα 

να αναδύονται 

να ανατέλλει το νησί 
______________________________________________*
φεστόνι (τεχνική κουμπότρυπας)

2ο σενάριο εξαπάτησης Τυφλότητα

_____________________________________________

Από όταν έχασα

δάκρυα και φως ταυτόχρονα 
στεγνώσανε ακίνητοι

οι βολβοί μου

απώλεσαν το σχήμα τους

την θέση τους πήρανε με μιάς

τα όνειρα

-τα αρκούντως ικανά να με γελούν-

έγιναν στρόγγυλα 
-μιμητικά-

μου ζήταγαν να ράψω πάνω τους

καινούργια μάτια

κι ύστερα 
να τους απαγγείλω 
τον θρήνο της Οντέτ

Συμφώνησα

με τον όρο να μην κεντήσω ίριδες

παρά μόνον

στην θέση της κόρης 
έναν μαύρο κύκνο

Τώρα γνωρίζω

Γιατί ο κήπος των τυφλών
Γέμισε τρύπια φύλλα
Που πέφτουν προδομένα
Σε πόζες
Νωχελικής Ξεραίλας
___________________________________________