ΓΛΑΡΟΣ ΔΙΑΣΩΣΤΗΣ

Όταν αποφάσισα ν ακολουθήσω 
την επιδεικτική κατάδυση 
ενός φίλου γλάρου
ευθύνονταν
η απουσία οράματος 
και ταξιδιωτικού προορισμού

Λίγο το λίγο
μ'  ανάσες ρηχές
κρατούσα το ίσο
στον ρυθμό 
που επιβάλλανε τα μάτια του

 -μα τι μειλίχιος ο ειρμός 
σε τούτα τα πετράδια –

μάτια επώδυνα ξερά
δίχως τα βλέφαρα
πλημμυρισμένα
με κωνία 
που αντιδρούσανε στο κόκκινο

η απόχρεμψη της νοσούσας επιθυμίας μου 
επέπλεε στον αφρό

κόπιαρα
την ίδια προκλητική απόχρωση

-σχεδόν φαλλοκρατική –

 Κ Ο Κ Κ Ι Ν Η

μοσχοβολούσα ήδη
βράγχια φρέσκα
ένα γνήσιο θήραμα
σε έξαρση επιθανάτιων ορμονών
που λίγο νοιαζόμουνα
για το καλό ή το κακό μου ανάραχο*

 -θα διαλευκανθεί (με διαβεβαίωνα) 
μετά τη διάσωσή μου-

Φωνάζω του και προκαλώ τον

Γ υ α λ ί ζ ω

Δες

Κρέμομαι
από τ΄ αβύζαχτα κεντριά σου

Είμαι κοντά
Τόσο κοντά
στο επί-πλέον θαύμα μου

Σιτίσου πάνω μου

Έχετε όρεξη ασυχώρετη
Σεις
Οι σωτήρες

Πάντα αγαπούσατε 
τους στραφτερούς 
κόκκινους σπίλους μου
____________________________________________
*ανάραχο (ριζικό)

Το νησί που σιγά σιγά ανετελλε

ΤΟ ΝΗΣΙ ΠΟΥ ΣΙΓΑ ΣΙΓΑ ΑΝΕΤΕΛΛΕ
___________________________________________
Σου γράφω 

Το νησί 
άργησε και φέτος να φανεί 
το καλοκαίρι 
αγαπιέται πιότερο προτού να ξεκινήσει

Οι συμφορές του 
μικρές κι αθώες 
όσο και τα διαπόρια του
τα πετρωμένα μου γόνατα 
τα σφιχταγκαλιασμένα 
από τα πέρσι
τα ακύλιστα 
όπως κι οι ώρες 
που τωρα γράφω σου

πόσο με συγκινείς 
με το τυραγνικό σου έλεος 

λίγο πριν τον προσφυγικό διάπλου μου
σαλιώνεις γύρω μου 
τα δάχτυλά σου
με δένεις 
στην άκρη μιας φωσφορίζουσας κλωστής

νομίζω σκιάζομαι
σαν με γλιστράς 
μες από το στενό σου μάτι

βελόνα είσαι 
οπλισμένη πια 
με εμένα 

-ουτοπική –

εν αγνοία σου

κοίτα 
μας γνέφουνε 
οι κοφτεροί κρημνοί 
στων βράχων τα πατήματα 
να τους συρράψουμε
ν ανοίξουμε στη ράχη τους 
με χαλαρό φεστόνι* 
και την πορτοκαλί φανταχτερή κλωστή 
μάτια πλωτά
να βλέπουν ευκρινώς 
τα ύφαλα 

να αναδύονται 

να ανατέλλει το νησί 
______________________________________________*
φεστόνι (τεχνική κουμπότρυπας)

2ο σενάριο εξαπάτησης Τυφλότητα

_____________________________________________

Από όταν έχασα

δάκρυα και φως ταυτόχρονα 
στεγνώσανε ακίνητοι

οι βολβοί μου

απώλεσαν το σχήμα τους

την θέση τους πήρανε με μιάς

τα όνειρα

-τα αρκούντως ικανά να με γελούν-

έγιναν στρόγγυλα 
-μιμητικά-

μου ζήταγαν να ράψω πάνω τους

καινούργια μάτια

κι ύστερα 
να τους απαγγείλω 
τον θρήνο της Οντέτ

Συμφώνησα

με τον όρο να μην κεντήσω ίριδες

παρά μόνον

στην θέση της κόρης 
έναν μαύρο κύκνο

Τώρα γνωρίζω

Γιατί ο κήπος των τυφλών
Γέμισε τρύπια φύλλα
Που πέφτουν προδομένα
Σε πόζες
Νωχελικής Ξεραίλας
___________________________________________

Αυτόβουλη εξαπάτηση


1ο σενάριο εξαπάτησης
Αυτόβουλη


Είμαι το χωμάτινο ταίρι
της αριστερής σου πλευράς
και αγαπώ την εξαπάτηση
Νωρίς στην εφηβεία μου
προσφέρθηκα
σε μιά γιορτή της γονιμότητας
να με πετάξουν
ρόδι αγίνωτο
σ ένα κατώφλι μπρος
δεν έσπασα
χρόνια μετά που ωρίμασα
σπάω και σκορπώ
τα σπόρια μου
αβίαστα
ως ήχο πρόσκρουσης
διαλέγω
έναν ήπιο παφλασμό
μιά άλλη νικηφόρα εξαπάτηση

__________________________________________

Μεγάλωνα


Θυμάμαι 
σε κάθε βήμα μου μισό 
τρία δικά σου ολόκληρα 
με κύκλωναν 
χόρευα 
ψηλώνοντας στα δάχτυλα 
κι ένα σκαρίφημα τανγκό 
περνούσε από κάτου 
έκρουε 
τα μπάσα του παππού 
μικρές καλλικατζούρες 
-πώς να πω-
της μουσικής του νιότης 
έλυνες πάντα
-για φινάλε- 
τους λουστρινένιους φιόγκους μου 
κι άφηνα χνάρια ιδρωμένα 
πάνω στ ακίνητα χαλίκια του μωσαϊκού 

ΜΕΓΑΛΩΝΑ 
Σα μέρα του Ιούνη
Κι ο φόβος μου
Μεγάλωνε κι αυτός μαζί μου 
Γουλιά γινόταν 
Επικίνδυνη 
___________________________________________

Μωσαϊκό

Εκείνο το βράδυ 
το σπατάλησα 
να σε κοιτώ να χορεύεις 
Σου άρεσε να ψηλώνεις 
στα δάχτυλα 
κι ένα σκαρίφημα ταγκό 
περνούσε από κάτου 
Τότε ήταν πού θελες 
σε κάθε βήμα σου μισό 
τρία δικά μου 
ολόκληρα 

Μαρία (ένα ψευδώνυμο)

ΜΑΡΙΑ ένα ψευδώνυμο
_________________________________________
Συχνά
εκεί ψηλά στο υπέρδιπλο ταβάνι
πετάριζαν οι μακρόσυρτες κορώνες
από τα υπερκοπωμένα της λαγόνια
η Μαρία δεν είχε πια πρόσωπο
κάποιοι το ψέκασαν με σπρέι σμάλτου
και έκτοτε τα πρωινά
δανείζονταν μιμικά αντανακλαστικά
απ τα ευαίσθητα κλαδιά 
του βορεινού κήπου
ύστερα τα ζώνονταν 
σ ένα κλοιό φωτιάς 
παρατηρώντας τους σκορπιούς 
ν αυτοκτονούν 
εφ όπλου
με σ υ ν έ π ε ι α
την ίδια συνέπεια 
που στης νύχτας 
τις ακέραιες ώρες
δίπλωνε τους γλυκείς της όρκους
κάτω από σεντόνι λευκό
όταν αυτό εξεγείρονταν
δυό τρύπες του άνοιγε στ αντικριστά
κι αντί για σάβανο 
κουκούλα το φορούσε 
εκεί έκρυβε 
τη μικροπαντρεμένη λύπη της
δίχως ντροπές 
αναρωτιότανε
πότε έγινε η ουτοπία της επάρατη
που ως τα χτες είχε φτερά
οι χαραμάδες του φευγιού 
πού κρύβονταν
μήπως τις φράξανε 
με λάσπη εποικισμού 
τα ίδια περσινά χελιδόνια
κι αφήσανε στη στέγη της
έναν ζυγιασμένο ξύλινο σταυρό  διαλέγοντας 
να ναι από μάρμαρο η κάσα της
να δεις που τώρα
θα είν ανήμποροι 
των φίλων της οι ώμοι 
να την σύρουν

Ποιανού είναι η σειρά 
να εξημερώσει
τόσα αινίγματα 
κάτω από το ταβάνι

Δεν θ' ακουγε για λίγο στο Μαρία
/ψευδώνυμο μιας Στεφανίας 
ή κάποιας άλλης τρόφιμης 
στο ίδιο ίδρυμα θανάτου ή παράδεισου/

Θα στάλαζε λίγο από κόκκινο

Σ ένα ξερό μαρτίνι

Θα άναβε το εκατοστό τσιγάρο της

Σε γλόμπο ανακριτικό

Ε π ι τ υ χ ώ ς

Εν τέλει θα συμφωνούσε

Όλοι συνουσιάζονται με όλους

Α σ υ γ χ ρ ό ν ι σ τ α
__________________________________________