Κατάρτια

Θα δανειστώ,

ως το πρωί αν χρειαστεί,

τα βράγχια της νύχτας.

Βαριές ανάσες θ’ αργοσέρνω,

σε ντόκους πολυσύχναστους,

ως την προβλήτα εκείνη,

που μ’ αλαφρώνει να κρεμνώ,

τα κρίματα,

γυμνά,

πόδια ξυπόλητα.

Να σπάει της ψυχής μου ο υμένας,

ν’ αποστραγγίζει η παρθενιά,

κι ένα κοπάδι κέφαλοι,

περαστικοί,

να μαλαγρώνουν,

γύρω από τ’ άλλοθι.

Κατάρτια,

της μέρας κρίματα,

χρέη μικρά,

πάθη μικρά,

μικροί της αυταπάτης καλικάντζαροι,

τις διασταλμένες απ το σκοτάδι κόρες μου να ξεγελούν,

άδεια απόπλου,

από την μέρα μου να παίρνουν,

στα μύχια Βατερλό μου ,

δεσμούς εξ αίματος ν’ απομυζούν.

Κατάρτια, κρίματα.

Ραβδιά πυρακτωμένα,

σ’έναν στρατό ταγμένα,

για το μεγάλο μάτι του Πολύφημου Ουρανού.

Γονάτισα κι απόψε.

Πού να φορτώσω τον κανόνα,

του 12 των ρολογιών.

Στης μέρας μου τα ορφανά,

στα τεθλασμένα είδωλά τους ,

συσσίτιο μοιράζω,

ενός Λυπάμαι..

ενός Πώς παρασύρθηκα..

Πώς σκίρτησα σε μια δαγκωματιά ελπίδας…

εγώ…

ο πειρατής μονόφθαλμος…

4 σκέψεις σχετικά με το “Κατάρτια

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s